Το παγκάκι

 Έτος 2100 και εκείνος πήγαινε βιαστικά στην δουλειά , κάθε πρωί τα ίδια και τα ίδια, γυμναστήριο, ένα γρήγορο ντουζ και τρέξιμο στην ανυπόφορη πια πόλη για να προλάβει το μετρό ή το ταξί. (ευτυχώς υπήρχαν και τα εναέρια εδώ και λίγο καιρό και στην Ελλάδα, βέβαια πιο ακριβά αλλά από το να τρέχει στο βρωμερό μετρό τα προτιμούσε)

Μα ποιος να του το έλεγε ότι εν έτη 2100 το μετρό θα ήταν τόσο χάλια, ότι ακόμη θα υπήρχε ο φόβος των πανδημιων από εκείνο ακόμη το καταραμένο έτος 2020 που μόλις είχε αρχίσει ο νέος κορονοιος όπως τον ονόμαζαν οι παππούδες και οι προπάπποι του. Και που να ήξεραν δηλαδή τι θα ερχόταν μετά, το σκέφτεται και γελάει ακατάπαυστα .

Σήμερα θα έκανε κάτι τρελό θα πήγαινε με τα πόδια στην δουλειά.  Οκτώ ολόκληρα χιλιόμετρα, ήταν βέβαια μεγάλο ρίσκο γιατί υπήρχαν και περιοχές που ούτε το όνομα τους δεν μπορούσες να πεις από την ανομία που επικρατούσε! Η τυποποίηση της καθημερινότητας  του όμως ήταν τόσο μεγάλη που η ίδια η ζωή καταντούσε ένα βαρετό αστείο. Έτοιμος για την περιπέτεια λοιπόν! 

Είχε περπατήσει αρκετά, μα μια χαρά σκεφτόταν "τι φοβόμουν τόσο καιρό"? Μια μυρωδιά καπνού του έσπασε ξαφνικά τα ρουθούνια ενώ έστριψε σε ένα στενό, σε ένα στενό από τα πιο κακόφημα της πόλης, ξύλα πεταμένα κάτω, λάσπες εδώ κι εκεί, και ένα σχεδόν διαλυμένο παγκάκι, τέτοια σκηνικά μόνο σε ταινίες είχε δει μέχρι τώρα, και παρά τον φόβο του η αλήθεια είναι ότι ενθουσιάστηκε. 

Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δεί ήταν κάτι χαραγμένο πάνω στο παγκάκι δίπλα του,  "Back to reality" έγραφε, από εκεί και πέρα μια γλυκιά ζάλη τον έκανε να σωριαστεί κάτω. 

Δεν ξέρει πόση ώρα έμεινε εκεί, τον ξύπνησε ένα λευκό φώς καθώς κάποιος γιατρός προσπαθούσε να του ανοίξει το μάτι και να δει την αντίδραση της κόρης του στο φώς. Ευτυχώς ήταν καλά. 

"Κύριε με ακούτε"? "Πείτε μου το όνομα σας"?  "Σας χτύπησαν στο κεφάλι και σας λήστεψαν " 

Έγνεψε με το χέρι ότι όλα καλά, δεν ήξερε όμως αν τελικά ήθελε να "ξυπνήσει" από αυτή την ζάλη του χτυπήματος. Έζησε όλη αυτή την ώρα ένα μοναδικό όνειρο, ότι είχε γύρισει καμιά 80 χρόνια πίσω τότε που οι άνθρωποι κάνανε βόλτες, βλέπανε την θάλασσα και πιάνονταν απ' το χέρι, και ότι καθόταν σε αυτό ακριβώς το παγκάκι κοντά στην θάλασσα  και δίπλα του είχε μια κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά και κάπως υγρό και ταξιδιαρικο βλέμμα. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, αλλά για ένα περίεργο λόγο έβγαλε τα κλειδιά έγραψε back to reality στο παγκάκι και εξαφανίστηκε. 

Ήταν αυτή η ώρα που οι γιατροί του ριχναν το λευκό φώς στα μάτια! Δεν ήθελε να ξυπνήσει από το "όνειρο"! Μα τι τέλειο συναίσθημα ήταν αυτό  που βίωσε? Αισθάνθηκε ότι κάποιος του χάιδεψε την ψυχή έστω για λίγο και αυτό ήταν τέλειο. 

Μετά από λίγη ώρα ξύπνησε κανονικά, τελικά δεν ήξερε αν ήθελε να ξυπνήσει ή όχι. Αναλογίστηκε πολλά, η δουλειά του ήταν σούπερ, η ζωή του τακτοποιημένη, στο σπίτι έκανε κουμάντο το εξελιγμένο ανθρωποειδες ρομπότ του, η Αμάντα. Ποτέ μέχρι τότε δεν σκέφτηκε να ερωτευτεί. 

Μέχρι εκείνη την στιγμή, εκείνη την στιγμή που θα άλλαζε για πάντα την ζωή του όσο και να μην το περίμενε. 



Σχόλια